Το Ετήσιο Γενικό Συμβούλιο της ΠΝΟ, που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 16 Γενάρη 2026, διεξήχθη σε περίοδο που οξύνονται οι διεθνείς ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και παίρνουν ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Όπου και αν κοιτάξει κανείς στον πλανήτη, οι ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών, των δρόμων μεταφοράς και εμπορευμάτων, οδηγεί σε μεγαλύτερο αιματοκύλισμα των λαών όλου του κόσμου.
Σε αυτή την περίοδο, η κυβέρνηση βαθαίνει την εμπλοκή της χώρας μας με μια σειρά μέτρων ένταξής της στην πολεμική προετοιμασία, στο όνομα της «στρατηγικής συνεργασίας», ώστε η αστική τάξη, οι εφοπλιστές, να έχουν μερίδιο από τη λεία. Οι θάλασσες γίνονται πεδία σύγκρουσης συμφερόντων και οι ναυτεργάτες βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα, στις πολεμικές εστίες σε όλο τον πλανήτη και στον ορατό κίνδυνο γενίκευσης του πολέμου. Για άλλη μια φορά, καλούμαστε να πληρώσουμε το τίμημα για τα κέρδη των εφοπλιστών, με θυσία την ασφάλεια μας και τα δικαιώματα μας.
Μέσα από τις τοποθετήσεις μας, αναδείξαμε την ανάγκη του οργανωμένου αγώνα για την ασφάλεια, την προστασία των δικαιωμάτων και της ζωής των Ναυτεργατών, μέσα από ένα κίνημα που θα οργανώνει με μαζικούς και διεκδικητικούς όρους την πάλη, βάζοντας στην προμετωπίδα του τα συμφέροντα των ναυτεργατών και όχι των εφοπλιστών, σε συντονισμό με τους υπόλοιπους κλάδους των εργαζομένων, το λαό τη νεολαία. Για να βάζουμε εμπόδια στις επιδιώξεις του κεφαλαίου, αρνούμενοι να συνταχθούμε στις πολεμικές ιαχές και κόντρα στην προσπάθεια ρυμούλκησης των εργαζομένων σε συμφέροντα αντίθετα από τα δικά τους, στον επανεξοπλισμό της ΕΕ και στην πολεμική οικονομία. Μια οικονομία που διαθέτει δισεκατομμύρια για όπλα αλλά δεν βρίσκει δεκάρα για παιδεία, υγεία, κοινωνικές δομές και την ασφάλεια των ναυτεργατών, οι οποίοι εκτίθενται σε εμπόλεμες ζώνες, χωρίς ουσιαστικά μέτρα προστασίας και χωρίς ασφαλή επαναπατρισμό.
Καταδικάσαμε χωρίς περιστροφές την πολιτική των ΗΠΑ – ΕΕ – Ρωσίας – Κίνας και των συμμάχων τους, εκφράζοντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη στους λαούς που δοκιμάζονται από τους πολέμους και εναντιωνόμαστε στην εμπλοκή της χώρας μας σ’ αυτούς. Το «να γυρνάμε σημαιοστολισμένοι σε φέρετρα» όπως είπε ο υπουργός άμυνας Δένδιας, δεν θα επιτρέψουμε να γίνει κανονικότητα. Τονίσαμε ότι η πλειοψηφία της Ομοσπονδίας με τη στάση της ένοχης σιωπής που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εφοπλιστών, καθώς θεωρεί τις πολεμικές αναμετρήσεις ως «φυσικό φαινόμενο», αθωώνει την κυβέρνηση για την πολιτική που εμπλέκει τη χώρα μας σε επικίνδυνους σχεδιασμούς και όσους τη στηρίζουν και γι’ αυτό καθίσταται συνυπεύθυνη για την επιχείρηση αφοπλισμού του ναυτεργατικού κινήματος.
Καταδικάσαμε ανοιχτά τη στάση της ETF, η οποία αποτελεί βασικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ETF δεν είναι η φωνή των ναυτεργατών. Είναι φορέας προώθησης της πολιτικής της ΕΕ, της πολεμικής οικονομίας, της στρατιωτικής κινητικότητας και της λεγόμενης «ανθεκτικότητας» των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Μέσα από το λεγόμενο «κοινωνικό διάλογο», επιχειρεί να νομιμοποιήσει την ένταξη των ναυτεργατών στους πολεμικούς σχεδιασμούς, μετατρέποντάς τους σε συντελεστές της κερδοφορίας και της πολεμικής προετοιμασίας. Αυτή η γραμμή είναι επικίνδυνη και εχθρική προς τα συμφέροντα των ναυτεργατών. Με αυτούς συντάσσονται όσοι δεν βγάλανε άχνα και σφυρίζουν αδιάφορα για τις 6 Φλεβάρη, την Κοινή Ημέρα Δράσης των Λιμενεργατών από την Ιταλία, την Τουρκία, τη Χώρα των Βάσκων, το Μαρόκο και τη Γαλλία, που τα σωματεία μας κάλεσαν σε απεργία.
Θέσαμε τα ζητήματα που αφορούν το θεσμό των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, με κυρίαρχο ζήτημα την προετοιμασία και την οργανωμένη αγωνιστική παρέμβαση, για την ανανέωση και υπογραφή ΣΣΕ με ικανοποιητικές αυξήσεις, μέτρα υγείας και ασφάλειας, αύξηση στις συνθέσεις κ.ά., σε όλες τις κατηγορίες πλοίων, ποντοπόρα, μεσογειακά και ακτοπλοϊκά φορτηγά. Δεν μπορεί η δράση της Ομοσπονδίας να περιορίζεται μόνο σε τυπικούς ελέγχους και να τους προβάλλει ως κατακτήσεις, την ώρα που οι ναυτεργάτες δουλεύουν ήλιο με ήλιο, με μισθούς που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές μας ανάγκες, με ανύπαρκτα μέτρα υγείας και ασφάλειας. Απαιτείται σχέδιο σύγκρουσης με τους εφοπλιστές, για την υπεράσπιση των συμφερόντων των ναυτεργατών, μαζικών και πολύμορφων κινητοποιήσεων και οργάνωση πολύμορφων και απεργιακών αγώνων, με την ενεργό συμμετοχή όλου του κλάδου, που να ακουμπά στα πραγματικά προβλήματα μας.
Αναδείξαμε για ακόμη μία φορά τις ευθύνες της πλειοψηφίας της ΠΝΟ στα ζητήματα των οργανικών συνθέσεων και ειδικότερα για τον αντεργατικό νόμο 4150/13, αυτό το «ιερό δισκοπότηρο» των εφοπλιστών, καθώς και την προσπάθεια εφαρμογής της Ε.Ο. 3577/92. Ήταν φανερό ότι η πρότασή μας για 48ωρη απεργία απορρίφθηκε, γιατί η πλειοψηφία παραμένει υποταγμένη στη λογική ότι ο νόμος δεν καταργείται αλλά «ρετουσάρεται». Αποτέλεσμα είναι κάθε χρόνο εκατοντάδες ναυτικοί στην ακτοπλοΐα να εκτοπίζονται από την εργασία για μήνες. Απαιτούμε σταθερή δουλειά με δικαιώματα και όχι ανεργία. Όσα έχουν κατακτηθεί, κατακτήθηκαν με αγώνες. Είναι προϊόν συλλογικής πάλης και σύγκρουσης με τους εφοπλιστές και όλες τις κυβερνήσεις που διαχρονικά τους στηρίζουν, με προκλητικές φοροαπαλλαγές και το αντεργατικό οπλοστάσιο που νομοθετούν. Δεν επιτρέπουμε από τη μία να γίνεται επίκληση της σημασίας των Οργανικών Συνθέσεων και από την άλλη να υπονομεύονται στην πράξη, είτε με συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, είτε με δόλιες και τυχοδιωκτικές ενέργειες, όπως αυτές της πλειοψηφίας της ΠΕΝΕΝ, που πλήττουν και διασπούν το ναυτεργατικό κίνημα, εξυπηρετώντας τελικά τα συμφέροντα των εφοπλιστών. Οι αγώνες που δόθηκαν το προηγούμενο διάστημα, στην Αδριατική, στα RO-RO, στα λιμάνια, στα πλοία, στις απεργιακές κινητοποιήσεις, απέδειξαν αδιαμφισβήτητα, πως ό,τι κερδήθηκε, κερδήθηκε κόντρα στη λογική του κοινωνικού διαλόγου. Κερδήθηκε με απεργίες, με συγκρούσεις, με περιφρούρηση των αγώνων μας και με τη συλλογική δράση των ναυτεργατών.
Στο Γενικό Συμβούλιο αναδείξαμε επίσης τη δραματική κατάσταση στη ναυτική εκπαίδευση και την πολιτική απαξίωσης των δημόσιων Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού, του ΚΕΣΕΝ, τα ναυτικά ΕΠΑΛ, τα Ειδικά Σχολεία και τις υπηρεσίες του υπουργείου. Πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή που τροφοδοτεί και γιγαντώνει το παρασιτικό δίκτυο των ιδιωτικών σχολών, των ναυτιλιακών πρακτόρων και των δουλεμπορικών κυκλωμάτων, σε βάρος των ναυτεργατών. Οι δυνάμεις μας βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της οργάνωσης κινητοποιήσεων για την αναβάθμιση της δημόσιας ναυτικής εκπαίδευσης. Σήμερα που ετοιμάζεται νέο νομοσχέδιο για τη ναυτική εκπαίδευση, πρέπει να βρουν απέναντί τους, αποφασισμένους ναυτεργάτες και σπουδαστές, να συγκρουστούν με τη διαρκή υποβάθμιση και απαξίωση της δημόσιας ναυτικής εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης. Τα σωματεία μας στηρίζουν το πλαίσιο πάλης, τα αιτήματα και την πλούσια δράση του Πανελλαδικού Συντονιστικού των ΑΕΝ.
Αναδείξαμε τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες ναυτικοί και στέκουν εμπόδια για την εξέλιξή τους στο επάγγελμα. Η μητρότητα αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο και κόστος, με έλλειψη ουσιαστικών μέτρων προστασίας και με πίεση απομάκρυνσης από το επάγγελμα. Αυτές οι πρακτικές δεν είναι μεμονωμένες, αλλά εντάσσονται στη συνολική επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και στη λογική προσαρμογής της ζωής των ναυτεργατών στις ανάγκες της κερδοφορίας.
Αναδείξαμε τις δυσμενείς συνθήκες εργασίας στα ποντοπόρα πλοία, που ο βαθμός εκμετάλλευσης των ναυτεργατών έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Οι ελλιπείς οργανικές συνθέσεις, εκτός από την αύξηση του φόρτου εργασίας, θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια και την ίδια τη ζωή των ναυτεργατών. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια διαδοχικά έχουν προστεθεί στα πλοία συστήματα όπως EGCS (scrubber), catalyst-urea, WBT, ME και οι επιθεωρήσεις νέου τύπου SIRE 2. Ωστόσο δεν παρέχεται η αντίστοιχη εκπαίδευση και όλα τα παραπάνω συστήματα υπάρχουν κατ’ ελάχιστο στη διδακτέα ύλη της ΑΕΝ και του ΚΕΣΕΝ. Ουσιαστικά λένε στους ναυτεργάτες, να τα βγάλουν πέρα στις αντίστοιχες εργασίες, αυτοσχεδιάζοντας.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, οι εκπρόσωποι των σωματείων μας ΠΕΜΕΝ και ΣΤΕΦΕΝΣΩΝ, ανέδειξαν με καθαρό τρόπο ότι η λογική του «κοινωνικού διαλόγου» και του «κοινωνικού εταιρισμού» της πλειοψηφίας της ΠΝΟ δεν αποτελεί λύση, αλλά μέρος του προβλήματος. Πρόκειται για στρατηγική πλήρους υποταγής στα όρια που καθορίζουν οι εφοπλιστές, το εχθρικό για τους εργαζόμενους κράτους και οι κυβερνήσεις τους. Έτσι κύλησε και το 2025, για την πλειοψηφίας της ΠΝΟ, με τον κοινωνικό διάλογο να λειτουργεί ως εργαλείο ενσωμάτωσης και μηχανισμός απονεύρωσης των αγώνων, στα μέτρα των εφοπλιστών, με τη συναίνεση της.
Ταυτόχρονα, καταγγείλαμε την αξιοποίηση του αναχρονιστικού και αντιδημοκρατικού καταστατικού της ΠΝΟ για την επιβολή καταστατικών μέτρων και διώξεων σε όσους διαφωνούν με τη στρατηγική της πλειοψηφίας της ΠΝΟ. Με πρόσχημα κάποιες τυχοδιωκτικές ενέργειες, επιδιώκουν τη φίμωση, τον εκφοβισμό και την πειθάρχηση όσων δεν αποδέχονται τη γραμμή του συμβιβασμού και της υποταγής, που η πλειοψηφία της ΠΝΟ έχει σημαία. Τέλος, καταγγείλαμε για ακόμη μία φορά τη δομή και λειτουργία της ΠΝΟ, που εξακολουθεί να διατηρεί αυτό το βασιλοχουντικό καταστατικό, βασισμένο στο ν.330/1976 και σε άλλα αντιδραστικά απολιθώματα της νομοθεσίας και ως ένδειξη διαμαρτυρίας αποχωρήσαμε.
Μόνο οργανώνοντας τον αγώνα με ταξικό προσανατολισμό και γραμμή, με συντονισμό όλων των σωματείων, με εργατική αλληλεγγύη, με σωματεία ζωντανά, μαχητικά και ανυπότακτα, μπορεί να υπάρξει πραγματική υπεράσπιση της ζωής, της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων των ναυτεργατών, σε σύγκρουση με εφοπλιστές, κράτος, κυβερνήσεις και τους ανθρώπους τους μέσα στο ναυτεργατικό κίνημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, καλέσαμε όλα τα ναυτεργατικά σωματεία, στις 6 Φλεβάρη, την Κοινή Ημέρα Δράσης των Λιμενεργατών της Ευρώπης, να συντονίσουμε τη δράση μας, μαζί με το σωματείο ΕΝΕΔΕΠ και τους εργαζόμενους στο Θριάσιο που έχουν κηρύξει ήδη 24ωρη απεργία, γιατί μας ενώνει η κοινή πάλη απέναντι στην πολιτική του κέρδους, της εκμετάλλευσης, της φτώχειας και των πολέμων.