Ο πόλεμος στο Ιράν δεν περιορίζεται στα στενά όρια μιας περιφερειακής σύρραξης, αλλά εξελίσσεται σε έναν συστημικό μετασχηματισμό της παγκόσμιας ναυτιλιακής αρχιτεκτονικής. Η προσθήκη εβδομάδων στον χρόνο του ταξιδιού κάθε πλοίου προκειμένου να αποφευχθεί η εμπόλεμη ζώνη, οδηγεί στη δέσμευση τεράστιου μέρους της παγκόσμιας χωρητικότητας του στόλου, δημιουργώντας τεχνητή έλλειψη πλοίων σε άλλες εμπορικές αρτηρίες. Παράλληλα, όπως επισημαίνουν εξειδικευμένοι οίκοι αναλύσεων, όπως η Xeneta και η Drewry, οι διαταραχές αυτές έχουν προκαλέσει ασφυκτική συμφόρηση σε εναλλακτικά λιμάνια και κόμβους μεταφόρτωσης (transshipment hubs) ανά τον κόσμο.
Στη δίνη αυτής της ιστορικής διαταραχής, η ελληνόκτητη ναυτιλία βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων. Η στρατηγική της υπεροχή παραμένει αδιαμφισβήτητη: Όπως καταγράφεται στην ετήσια έκθεση 2024-2025 της Ενωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ), ο ελληνικός στόλος αριθμεί 5.700 πλοία (άνω των 1.000 gt) , διατηρώντας την παγκόσμια ηγεμονία με τον έλεγχο του 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας και του συντριπτικού 61% της αντίστοιχης της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι κρίσιμες επιπτώσεις που αναδύονται διαμορφώνουν ένα νέο, σκοτεινό τοπίο. Αρχικά, παρατηρούμε το τέλος της ανεμπόδιστης ελεύθερης ναυσιπλοΐας (freedom of navigation) στα στρατηγικά «σημεία πνιγμού» (choke points) του πλανήτη. Το Ιράν, παρά τη στρατιωτική πίεση που δέχεται, κατάφερε να επιβάλει ένα σύστημα « επιλεκτικής διέλευσης», επιτρέποντας στους στρατηγικούς του εταίρους να διατηρούν το εμπόριό τους ενεργό,, ενώ αποκόπτει πλήρως τη Δύση. Η αξιοποίηση του «σκιώδους στόλου» έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά μέσο αποφυγής κυρώσεων και μετετράπη σε βασικό εργαλείο επιβίωσης εν καιρώ πολέμου, δημιουργώντας ένα παράλληλο, αδιαφανές σύστημα παγκόσμιου εμπορίου. Στη συνέχεια, η μακροοικονομική διάσταση της κρίσης τροφοδοτεί ένα παγκόσμιο πληθωριστικό σπιράλ. Ο συνδυασμός της εκτόξευσης της τιμής του πετρελαίου, της κατάρρευσης της ασφαλιστικής κάλυψης στον Κόλπο –με μαζικές ακυρώσεις από τα P&I Clubs και αυξήσεις στα ασφάλιστρα κατά 25%-50% και η επιμήκυνση των δρομολογίων μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, δημιουργούν δυσβάσταχτα κόστη. Οι αυξήσεις στους ναύλους spot, με ενδεικτικό την άνοδο κατά 94% στα δεξαμενόπλοια VLCCs και την άνοδο κατά 13% στα bulk carriers, λειτουργούν ως ένας άτυπος παγκόσμιος φόρος, πλήττοντας δυσανάλογα τις ενεργειακά ευάλωτες οικονομίες, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Παράλληλα, η ελληνόκτητη ναυτιλία, παρά τις ακραίες λειτουργικές πιέσεις, επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Διαθέτοντας το 20% του παγκόσμιου στόλου, οι Ελληνες εφοπλιστές απορροφούν τους κραδασμούς και τα κέρδη από την τεχνητή έλλειψη χωρητικότητας. Πλοία που αναλαμβάνουν το ρίσκο της διέλευσης του Κόλπου κατοχυρώνουν ναύλα που αγγίζουν το αδιανόητο επίπεδο των 740.000 δολαρίων ημερησίως. Εντούτοις, το ανθρώπινο κόστος είναι δυσανάλογο: χιλιάδες ναυτικοί παραμένουν εγκλωβισμένοι χωρίς δυνατότητα επαναπατρισμού, γεγονός που προκαλεί έντονες εργασιακές τριβές και αναδεικνύει την αδυναμία της ευρωπαϊκής πολιτικής να προστατεύσει τις ζωτικές της γραμμές. Ωστόσο, η διατάραξη της αγοράς του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) εγκυμονεί τον μεγαλύτερο δομικό κίνδυνο για την Ευρώπη. Ο αποκλεισμός του Κατάρ εξουδετερώνει το στρατηγικό ενεργειακό απόθεμα στο οποίο βασίστηκε η ευρωπαϊκή απεξάρτηση από τη Ρωσία. Η σταθερότητα εγκαταστάσεων, όπως η Ρεβυθούσα, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη, καθώς τα αεριοφόρα πλοία αποτελούν στρατιωτικούς στόχους. Το ελληνικό ενεργειακό σύστημα υποχρεούται πλέον να επανεκτιμήσει άμεσα τη στρατηγική του απέναντι σε ένα βίαιο σοκ ελλείψεων και τιμών. Ετσι, η ναυτιλία, ο ακρογωνιαίος λίθος της παγκοσμιοποίησης, μετατρέπεται πλέον στο κύριο γεωπολιτικό πεδίο μάχης του 21ου αιώνα.
πηγή: Καθημερινή