Το γιώτινγκ αποδεικνύεται πιο κερδοφόρο από την κρουαζιέρα

Δευτέρα, 09 Δεκέμβριος 2019 10:02
Η βιομηχανία του θαλάσσιου τουρισμού αφήνει στο ελληνικό κράτος άμεσα κέρδη 800 εκατ. ευρώ, ενώ η κρουαζιέρα μόνο 580
 
Η ελληνική κυβέρνηση έχει το βλέμμα στραμμένο στο γιώτινγκ, το οποίο αποδεικνύεται πιο κερδοφόρο από την κρουαζιέρα.
 
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στα μέλη της Εθνικής Επιτροπής Κρουαζιέρας, το ελληνικό κράτος έχει άμεσα έσοδα από την κρουαζιέρα 580 εκατ. ευρώ και με τα έμμεσα φτάνει τα 1,402 δισ. ευρώ. Αντιπροσωπεύει το 0,82% του ΑΕΠ και προσφέρει 5.000 θέσεις εργασίας. Από τη βιομηχανία του γιώτινγκ η Ελλάδα έχει έσοδα 800 εκατ. ευρώ και αν υπολογιστούν και τα έμμεσα το ποσό ανέρχεται στα 1,940 δισ. ευρώ. Αποτελεί το 1,1% του ΑΕΠ και προσφέρει 25.150 θέσεις εργασίας. Η σύγκριση είναι εντυπωσιακά υπέρ του θαλάσσιου τουρισμού.
 
Αυτό επεσήμανε και ο υπουργός Ναυτιλίας Γιάννης Πλακιωτάκης μιλώντας πρόσφατα στη Ναυτιλιακή Λέσχη Πειραιά ενώπιον και εκπροσώπων τόσο της κρουαζιέρας όσο και του γιότινγκ:
 
«Στον Θαλάσσιο Τουρισμό έχουμε μια αγορά δισεκατομμυρίων ευρώ. Η κρουαζιέρα δεν αφήνει τόσα πολλά. Για να ξέρουμε και τι λέμε. Δεν παραγνωρίζω καθόλου τη σημασία της κρουαζιέρας. Δείτε όμως πόσες κοστοβόρες υποδομές χρειάζονται για την κρουαζιέρα για έναν τζίρο 500 εκατ. ευρώ. Πιστεύω πως ο τομέας του θαλάσσιου τουρισμού έχει τεράστιες δυνατότητες στο νησιωτικό σύμπλεγμα της πατρίδας μας. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο κατεξοχήν προορισμός του παγκοσμίου γιότινγκ. Χρειάζεται ένα ευέλικτο ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο. Ολους τους θέλουμε εδώ, αλλά αυτό προϋποθέτει και μαρίνες. Αρα εδώ είναι η μεγάλη πρόκληση».
 
Σύμφωνα με την Ενωση Μαρίνων Ελλάδας, για κάθε ευρώ που αποδίδουν τα σκάφη στις μαρίνες, επιπλέον πέντε ευρώ δαπανών κατευθύνονται σε υποστηρικτικές δραστηριότητες.
 
Για κάθε 100 σκάφη δημιουργούνται 4 θέσεις εργασίας στη μαρίνα και 40 θέσεις σε άλλες επιχειρήσεις.
 
Το Διεθνές Συμβούλιο Ενώσεων Ναυτικής Βιομηχανίας (ICOMIA) έχει επισημάνει ότι «η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο αριθμό αγκυροβολίων, περίπου 60. Επίσης, ο κλάδος κατασκευής νέων σκαφών, κυρίως μικρών, ανέκαμψε».
 
Οπως προκύπτει από έρευνα της Ενωσης Μαρινών Ελλάδος, η προστιθέμενη αξία εστιάζεται στα εξής σημεία:
 
■ Δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με τη μελέτη του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, για κάθε 100 θέσεις ελλιμενισμού δημιουργούνται 4,4 άμεσες θέσεις εργασίας (6 άμεσες θέσεις, σύμφωνα με την Ενωση Μαρινών Ελλάδας) και άλλες 100 έμμεσες εντός και στην ευρύτερη περιοχή της μαρίνας όπου δραστηριοποιούνται επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξυπηρέτησης σκαφών, συντήρησης, καρνάγια, προμηθευτές καυσίμων και τροφοδοσίας, ναυτικοί πράκτορες. Εάν συνυπολογίσουμε και τα πληρώματα των σκαφών αναψυχής, τότε για 100 θέσεις ελλιμενισμού οι έμμεσες θέσεις εργασίας ξεπερνούν τις 200.
 
■ Κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών, μεγάλο μέρος της οποίας φέρνει συνάλλαγμα που εισρέει από τα ξένα σκάφη αναψυχής. Το ICOMIA εκτιμά πως για κάθε ευρώ που δαπανάται για ελλιμενισμό σε μία μαρίνα, δαπανώνται αντίστοιχα 5-10 ευρώ, ανάλογα με το μέγεθος του σκάφους για καύσιμα, προμήθειες, τροφοδοσία, υπηρεσίες εξυπηρέτησης, διασκέδαση, εστίαση, συντήρηση, μισθοδοσία και άλλες υποχρεώσεις του σκάφους. Αρα για μία αγορά της τάξης των 50 εκατ. ευρώ, όπως περίπου υπολογίζονται οι ελληνικές μαρίνες, εκτιμάται ότι τουλάχιστον 400 εκατ. ευρώ διαχέονται στους επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται σε μαρίνες.
 
■ Συγκέντρωση δημοσίων εσόδων από τα υψηλά μισθώματα που καταβάλλουν στο Δημόσιο οι μαρίνες, από τους φόρους εισοδήματος των επιχειρήσεων που λειτουργούν τις μαρίνες, αλλά και από εκείνες που λειτουργούν μέσα και έξω από τις μαρίνες, από τις εργοδοτικές και ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και διάφορα άλλα τέλη που επιβαρύνουν τα σκάφη αναψυχής. Μόνο ο ΦΠΑ που αποδίδεται στο Δημόσιο από την παροχή υπηρεσιών προς τα σκάφη αναψυχής υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 100 εκατ. ευρώ ετησίως.
 
Από την άλλη, στην κρουαζιέρα, ενώ ο παγκόσμιος τζίρος ανέρχεται στα 134 δισ. δολάρια, η Ελλάδα εισπράττει μόνο 580 εκατομμύρια.
 
«Τα τελευταία 10 χρόνια η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει τη δύναμή της στην κρουαζιέρα». Τα λόγια ανήκουν στον Μισέλ Νεστούρ, αντιπρόεδρο για την Ευρώπη της Carnival.
 
Στο παρελθόν είχαν έρθει κολοσσοί της κρουαζιέρας για να διερευνήσουν εάν μπορούν να κατασκευάσουν επιβατηγούς σταθμούς και να έχουν την εκμετάλλευση λιμένων στην Ελλάδα με παραχωρήσεις, όμως δεν προχώρησαν τα σχέδια.
 
Η ανάπτυξη της παγκόσμιας κρουαζιέρας συνεχίζεται με γοργούς ρυθμούς, αφού προστίθενται στον παγκόσμιο στόλο των 290 πλοίων σήμερα 21 νέα πλοία για το 2019 και 24 νέα για το 2020. Ο στόχος των 50 εκατομμυρίων επιβατών παγκοσμίως από 30 σήμερα (7,5 εκατομμύρια στην Ευρώπη) φαίνεται ότι πολύ σύντομα θα είναι πραγματικότητα.
 
Στην Ελλάδα φαίνεται να ξεπερνιούνται οι δυσκολίες των προηγουμένων ετών και το πρόσημο για το 2019 να κλείνει θετικά (+10%) σε επίπεδο επιβατών. Με το άνοιγμα της αγοράς στη γειτονική Τουρκία, παραδοσιακοί προορισμοί που αντιμετώπιζαν σοβαρά θέματα τα προηγούμενα χρόνια (Κωνσταντινούπολη, Κουσάντασι κ.λπ.) επιστρέφουν δυναμικά και ανακτούν πλήρως τις δυνάμεις τους από το 2022, έχοντας μάλιστα εντάξει ήδη στο πρόγραμμά τους και νέα κρουαζιερόπλοια.
 
Σύμφωνα με την εταιρεία Five Senses Consulting, που έχει διεθνή πείρα στον τομέα της κρουαζιέρας, «σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη των μικρότερων προορισμών, που ενδιαφέρει και τους περισσότερους ελληνικούς προορισμούς, και την ανάπτυξη του κλάδου της πολυτελούς κρουαζιέρας (luxury cruising), θα έχουν συνεχή σταθερή μεγάλη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια, με 43 νέα πλοία αυτής της κατηγορίας να προστίθενται στον στόλο μέχρι το 2027. Η Μεσόγειος για το 2019 έχει το 23,9% της κίνησης αυτής της κατηγορίας, που είναι και το υψηλότερο (Βόρεια Ευρώπη 19,2% και Caribbean 13,70%), σε αντίθεση με τη γενική κατάταξη όπου η Μεσόγειος βρίσκεται στο 14,2% πίσω από την Caribbean και την Ασία αντίστοιχα (38,4% & 15,1%)».
 
Η Τουρκία, από την πλευρά της, έκανε μία δυναμική επιστροφή μέσα στο 2019 και θα περάσει ακόμη πιο μπροστά το 2020 προσελκύοντας περισσότερες εταιρείες κρουαζιέρας για περισσότερα δρομολόγια και περισσότερους τουρίστες.
 
Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι τα αεροδρόμια που έχει η Κωνσταντινούπολη και ειδικά το καινούριο της που είναι τεράστιο και υπερσύγχρονο. Μέσω της Πόλης, υπάρχουν πολλές αεροπορικές συνδέσεις με όλα τα μέρη του κόσμου και έρχονται πιο εύκολα τουρίστες από κάθε άκρη και φυσικά από την Κίνα. Επίσης, τα τέλη στα αεροδρόμια είναι πιο φθηνά απ’ ό,τι του «Ελευθέριος Βενιζέλος».
 
Εκτιμάται ότι από το 2020 η κατάσταση θα χειροτερέψει για την Ελλάδα, αφού θα ακριβύνουν τουλάχιστον κατά 20% οι χρεώσεις της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά για τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
 
Στον αντίποδα η Τουρκία από την περασμένη άνοιξη άρχισε να επιδοτεί τις εταιρείες κρουαζιέρας που επιλέγουν τα λιμάνια της με 25 ευρώ για κάθε επιβάτη την υψηλή τουριστική περίοδο και με 45 τη χαμηλή.