Οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού: AEN/Π-M Ασπροπύργου

Δευτέρα, 21 Οκτώβριος 2019 12:20
Η Σχολή Ασπροπύργου βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την Αθήνα και τον Πειραιά. Κατά συνέπεια, η εύρεση πρακτικής άσκησης σε ναυτιλιακή εταιρεία, η διεκπεραίωση γραφειοκρατικών διαδικασιών όπως έκδοση Ν.Φ., επίσκεψη στο ΝΑΤ, παρακολούθηση ειδικών σχολείων (Σωστικά μέσα, security awareness, παρακολούθηση αναγκαστικών σεμιναρίων μετά το πέρας της σχολής λ.χ. BTM, MRM, ECDIS Generic, ECDIS Specific), καθώς και άλλες γραφειοκρατικές υποχρεώσεις σχετικά με το επάγγελμα (π.χ. ιατρικές εξετάσεις, αναχώρηση και άφιξη μέσω του αερολιμένα για τα εκπαιδευτικά ταξίδια κτλ.) γίνονται εύκολα και γρήγορα.
 
Στην είσοδο της σχολής διακρίνει κανείς το κυρίως κτίριο, στο οποίο βρίσκεται εγκατεστημένος ο εξοπλισμός για την παρακολούθηση των μαθημάτων της πληροφορικής (Υ/Π) και των επικοινωνιών (GMDSS Console Simulator, Η/Υ με GMDSS λογισμικό). Πλησίον του κεντρικού κτιρίου βρίσκεται επίσης το κυλικείο μαζί με έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο εστίασης. Δίπλα από το κυλικείο βρίσκονται οι διοικητικές υπηρεσίες καθώς και η Γραμματεία της Σχολής. Στο άνω μέρος των εγκαταστάσεων βρίσκεται ένα ακόμη κτίριο στο όποιο υπάρχουν οι αίθουσες διδασκαλίας.
 
Δίπλα στην παραλία βρίσκεται ένα ακόμα κτίριο στο οποίο, επίσης, στεγάζονται αίθουσες διδασκαλίας, ένα αμφιθέατρο, μια αίθουσα στην οποία πραγματοποιούνται εξετάσεις, ομιλίες και διαλέξεις, καθώς και μια αίθουσα εξοπλισμένη με “radars” και “ECDIS simulators”. Τέλος στον ίδιο χώρο βρίσκονται και οι εγκαταστάσεις του ΚΕΣΕΝ, όπου διενεργούνται οι εξετάσεις για τη λήψη των πτυχίων G.O., ενώ εκεί βρίσκεται και η Σχολή Σωστικών και Πυροσβεστικών Μέσων. Ο εξωτερικός χώρος της σχολής είναι ευρύχωρος με πολλά δέντρα, βρίσκεται κοντά στην θάλασσα, ενώ διαθέτει και αρκετές αρκετές θέσεις στάθμευσης οχημάτων.
 
Πρόσβαση:
 
Η σχολή είναι προσβάσιμη μέσω των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Η πιο εύκολη επιλογή είναι το μετρό και η γραμμή 3. Για να επισκεφθείτε τη Σχολή αποβιβαστείτε στον τελευταίο- τερματικό σταθμό, ο οποίος ονομάζεται “Αγία Μαρίνα” και κατευθυνθείτε προς την έξοδο “Ιερά Οδός/Οδός Κάλβου”, όπου θα βρείτε τα εξής λεωφορεία που κατευθύνονται προς τη Σχολή:
– A16 (πλατεία Κουμουνδούρου – Ελευσίνα)
– 866 (Ασπρόπυργος – Αγία Μαρίνα)
– 876 (Ελευσίνα – Αγία Μαρινα)
 
Εάν βρίσκεστε στο κέντρο της Αθήνας από την πλατεία Κουμουνδούρου (πλησίον μετρό Θησείο) θα βρείτε και τα λεωφορεία Β16 και Γ16.
 
Όσοι διαθέτουν Ι.Χ., μπορούν να επιλέξουν να κινηθούν προς Ασπρόπυργο/Ελευσίνα μέσω Ιεράς Οδού είτε μέσω της Λεωφόρου Αθηνών (πρώην Λεωφόρος Καβάλας) με κατεύθυνση Κόρινθο.
 
 
Στοιχεία Επικοινωνίας με την ΑΕΝ/Π-M Ασπροπύργου:
 
Διεύθυνση: Ασπρόπυργος, Παραλία Ασπροπύργου, 19300, Αττική
Τηλέφωνα: 210 557 4171-3, 210 557 5987, 210 557 5563
Fax: 210 557 5985
Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
 
 
Ιστορική Αναδρομή:
 
H Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου υπήρξε η δεύτερη σχολή ναυτικής εκπαίδευσης που απέκτησε η Ελλάδα μετά από αυτήν της Ύδρας. Αποτελεί την πολυπληθέστερη Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού στον ελλαδικό χώρο. Ιδρύθηκε το 1951 και λειτουργεί έως σήμερα αποκλειστικά ως Σχολή εξωτερικής φοίτησης.Η ιστορία της ξεκινά στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν η ελληνική ναυτιλία εισερχόταν σε φάση ανασυγκρότησης μετά τη μεγάλη καταστροφή που επέφερε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς το 72% της χωρητικότητας του ελληνόκτητου στόλου είχε χαθεί και μαζί του 2.500 από τους σχεδόν 19.000 Έλληνες ναυτικούς, ενώ άλλοι 2.500 έμειναν ανάπηροι και πολλοί είχαν παραφρονήσει. Αυτές οι μεγάλες ανάγκες της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας είναι που κατέστησαν αναγκαία τη δημιουργία μιας νέας σχολής στον Ασπρόπυργο.
 
Όλα όσα αφορούσαν την ίδρυση και την ανέγερση Δημοσίων Σχολών Ναυτικής Εκπαίδευσης καθορίζονταν από τον Αναγκαστικό Νόμο 1864 της 23ης Ιουνίου 1951. Ο συγκεκένριμοές νόμος όριζε, μεταξύ άλλων, τη συγκρότηση επιτροπής που θα επέβλεπε όλες τις ενέργειες ανέγερσης των σχολών και αποτελείτο από έναν ανώτατο ή ανώτερο αξιωματικό του Λιμενικού Σώματος, τον νομικό σύμβουλο του ΥΕΝ, έναν εφοπλιστή υποδεικνυόμενο από το Ναυτικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και έναν εκπρόσωπο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
 
Τα σχετικά με τη λειτουργία των ναυτικών σχολών του Ασπροπύργου μετά την ανέγερσή τους καθορίστηκαν με νέο νόμο στα τέλη του 1952, ενώ διασφαλιζόταν η αυτονομία τους από την κρατική διοίκηση. Μάλιστα, οριζόταν η συγκρότηση διοικητικού συμβουλίου, στο οποίο θα μετείχαν «εφοπλισταί, ναυτεργάται και πρόσωπα εξέχουσαν κατέχοντα κοινωνικήν θέσιν».
 
Τέσσερα υπήρξαν τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην ίδρυση των σχολών Ασπροπύργου: ο πρωθυπουργός Σοφοκλής Βενιζέλος, ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Ευστάθιος Μαλαμίδας, ο ναύαρχος Αθανάσιος Τσεμπερόπουλος, γενικός διευθυντής ΥΕΝ, καθώς και ο πλοιοκτήτης Γεώργιος Μοάτσος. Ειδικώς, για τον Γεώργιο Μοάτσο, τα Ναυτικά Χρονικά σημείωναν πως υπήρξε το πρόσωπο που εισηγήθηκε στον τότε πρόεδρο της ελληνικής κυβέρνησης Σοφοκλή Βενιζέλο την ανάγκη σύστασης των Σχολών Ασπροπύργου, με τον τελευταίο να δίνει εν συνεχεία εντολή στον Ευστάθιο Μαλαμίδα να προετοιμαστεί το σχετικό νομοθετικό διάταγμα και να αποσταλεί προς άμεση υπογραφή από τον βασιλιά.
 
Την ίδρυση των σχολών Ασπροπύργου χαιρέτισε με θέρμη και o τότε πρόεδρος της Ένωσης Πλοιάρχων Δ. Μελέτης με δημόσια επιστολή του, που φιλοξένησαν τα Ναυτικά Χρονικά, αλλά και η Εστία. Στην επιστολή γινόταν εκτενής αναφορά στην επιδίωξη της Ένωσης Πλοιάρχων μέσω κατάθεσης υπομνημάτων, διαμαρτυριών αλλά και αρθρογραφίας να αποδειχτεί η αναγκαιότητα «ίδρυσης σχολής στον Ασπρόπυργο σύγχρονης, με δεδομένη την κακή κατάσταση της διαβίωσης αλλά και των σπουδών στη σχολή της Ύδρας». Οι ναυτικές σχολές του Ασπροπύργου ήρθαν να καλύψουν όχι μόνο τις ανάγκες της ελληνικής ναυτιλίας σε αξιωματικούς γέφυρας αλλά και σε άρτια καταρτισμένους αξιωματικούς μηχανής, που έως τότε προέρχονταν μόνο από ιδιωτικές σχολές (για παράδειγμα, η σχολή του Προμηθέα ή του Πειραϊκού), όπως σημειώνει και ο Κώστας Μ. Λεμός, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να υποτιμά τη μεγάλη συνεισφορά των ιδιωτικών σχολών στη ναυτική εκπαίδευση.
 
Οι Σχολές Πλοιάρχων και Μηχανικών στον Ασπρόπυργο θα εισέλθουν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 σε τροχιά οριστικής δημιουργίας. Τα τελικά σχέδια του αρχιτέκτονα Λάσκαρη έλαβαν την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου των Σχολών Ναυτικής Εκπαίδευσης τον Σεπτέμβριο του 1952, όπως ανακοίνωσε ο τότε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Νικόλαος Κρασαδάκης. Το προϋπολογισμένο κόστος ανέγερσης των σχολών άγγιζε τις περίπου 12 εκατ. δραχμές. Το συγκρότημα των ναυτικών σχολών θα περιλάμβανε: (α) τριώροφο κτίριο για φιλοξενία 150 σπουδαστών και των δύο σχολών, (β) διώροφο κτίριο με εννέα αίθουσες διδασκαλίας, εργαστήρια και γραφεία καθηγητών, (γ) κτίριο μηχανοστασίου και λεβητοστασίου, (δ) κτίριο στέγασης Σχολής Λιμενικών Δοκίμων, (ε) κτίριο φύλαξης των πλωτών μέσων των σχολών, (στ) εκκλησία και (ζ) χώρο αθλοπαιδιών.
 
Οι σχολές Ασπροπύργου, που πλέον θα αποκαλούνταν Δημόσιαι Σχολαί Ναυτικής Εκπαιδεύσεως, θα ξεκινήσουν τη λειτουργία τους στις 22 Οκτωβρίου 1956, υποδεχόμενες συνολικά 135 σπουδαστές, εκ των οποίων οι 62 θα παρακολουθούσαν τα μαθήματα της πρώτης τάξης της Σχολής Μηχανικών και οι 73 τα μαθήματα της πρώτης και δεύτερης τάξης της Σχολής Πλοιάρχων. Συνολικά οι σχολές είχαν τη δυνατότητα ενδιαίτησης και εκπαίδευσης 400 σπουδαστών. Εκφραζόταν η πεποίθηση πως, λόγω της γειτνίασης των νέων σχολών στην Αθήνα, θα ήταν πιο εύκολο να εξευρεθεί και το «άριστο εκπαιδευτικό προσωπικό», κάτι που στην περίπτωση της Ύδρας αποτελούσε πάντα μεγάλη πρόκληση. Οι καθηγητές προέρχονταν από το Πολυτεχνείο και από άλλα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, καθώς και από τον χώρο της μέσης εκπαίδευσης. Καθήκοντα πρώτου διευθυντή σπουδών στη Σχολή Πλοιάρχων ανέλαβε «ο εν αποστρατεία Ναύαρχος του ΒΝ κ. Μανωλάτος», ενώ «ο πλωτάρχης Σδούγγος» ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή σπουδών στη Σχολή Μηχανικών. Πρώτος διοικητής του συγκροτήματος των Ναυτικών Σχολών του Ασπροπύργου «ανέλαβεν ο πλοίαρχος-λιμενικός κ. Θ. Λοΐσιος». Τα επίσημα εγκαίνια των σχολών Ασπροπύργου, για τα οποία είχε επιδείξει μεγάλο προσωπικό ενδιαφέρον ο Κώστας Μιχ. Λεμός, ορίστηκαν για τον Νοέμβριο του 1956.
 
Οι σχολές, για να λειτουργήσουν άρτια, πέραν των διδάκτρων που κατέβαλαν οι σπουδαστές (ύψους 10,5 χιλ. δρχ.) και των κρατικών κονδυλίων, χρειάστηκαν και τη βοήθεια των Ελλήνων πλοιοκτητών. Οι τελευταίοι προσέτρεξαν με τις δωρεές τους να καλύψουν τα κενά, κυρίως σε ό,τι αφορούσε την υλικοτεχνική υποδομή και τον εξοπλισμό τους, ποσό που εκτιμάτο στις περίπου £100.000. Για το θέμα αυτό ο ίδιος ο εκδότης των Ναυτικών Χρονικών, Δημήτρης Κωττάκης, έρχεται σε επικοινωνία με Έλληνες εφοπλιστές που διέμεναν σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη. Οι περισσότεροι εξ αυτών εξέφρασαν προς τον Κωττάκη τη διάθεσή τους για βοήθεια, με τον όρο το συγκρότημα των σχολών Ασπροπύργου «να τείνη εις το να προμηθεύση μορφωμένον έμψυχον υλικόν διά την ναυτιλίαν μας», σημειώνοντας παράλληλα πως «χρειαζόμεθα πολλούς και αρτίως κατηρτισμένους αξιωματικούς εις τε την γέφυραν και το μηχανοστάσιον». Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι χρηματικές προσφορές εκπροσώπων της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας «διά τον εξοπλισμόν εις εργαλεία και όργανα των Σχολών», οι οποίες δόθηκαν στο διοικητικό συμβούλιο των ναυτικών σχολών και τις οποίες συγκέντρωσε ο Κωττάκης κατά την παραμονή του στη Νέα Υόρκη το 1956.
 
(Πηγή: Επεξεργασμένα στοιχεία από: «Αι εισφοραί», Ναυτικά Χρονικά, 506/265, 1 Ιουλίου 1956, σ. 4. Η παρουσίαση των ονομάτων γίνεται με αλφαβητική σειρά και με βάση τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά.)
 
Για πολλούς Έλληνες εφοπλιστές προϋπόθεση sine qua non για μια ποιοτική ναυτιλία ήταν η παροχή και ανάλογης ποιοτικής εκπαίδευσης, και αυτός ήταν ο λόγος που αντιμετώπιζαν θετικά τόσο την οικονομική ενίσχυση της λειτουργίας των σχολών Ασπροπύργου όσο και την ενίσχυση, εν γένει, της ναυτικής εκπαίδευσης στη χώρα μέσω της σύστασης και της λειτουργίας Κεφαλαίου Ναυτικής Εκπαιδεύσεως, μια σφοδρή επιθυμία και του Δημήτρη Κωττάκη. Είναι πολλά τα παραδείγματα των Ελλήνων πλοιοκτητών που μπορούμε να αναφέρουμε, πέραν των ονομάτων που αναφέρονται στον Πίνακα, που προσέτρεξαν προς ενίσχυση των σχολών Ασπροπύργου. Για παράδειγμα, μπορούμε να αναφέρουμε τον Μάρκο Νομικό και την απόφασή του να χορηγήσει υποτροφίες σε δέκα σπουδαστές των Δημοσίων Ναυτικών Σχολών Ασπροπύργου. «Αυτός θα πληρώση τα δίδακτρα, τα τροφεία, τας δαπάνας της συντηρήσεώς των κατά την φοίτησιν εις τας σχολάς», χωρίς να θέτει ο Σαντοριονιός πλοιοκτήτης «τον όρον της υποχρεωτικής απασχολήσεως των δοκίμων μετά το τέρμα των σπουδών των». Άλλο παράδειγμα είναι ο Ανδριώτης πλοιοκτήτης Μιχαήλ Α. Εμπειρίκος, ο οποίος τον Απρίλιο του 1956 αποστέλλει επιταγή $1.000 προς τον τότε υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας Στέλιο Κωτιάδη «ως εισφορά αυτού προς αγοράν ειδών διά τον εξοπλισμόν των Ναυτικών Σχολών Ασπροπύργου». Την ίδια εποχή και οι «κ.κ. Αδελφοί Λύρα, μέσω του εν Λονδίνω προξενικού μας λιμενάρχου κ. Μ. Σακάρη, απέστειλαν ως πρώτην δόσιν 500 λίρας υπέρ των ναυτικών Σχολών Ασπροπύργου», ενώ τον Φεβρουάριο του 1957 «παρά των κ.κ. Αδελφών Κ. Λύρα και του κ. Γεωργίου Ν. Λύρα εδωρήθη εις τας Σχολάς Ασπροπύργου ένα πρότυπον δηζελομηχανής Σούλτζερ, δι’ εκπαιδευτικούς σκοπούς, μετά των σχετικών σχεδιαγραμμάτων και βιβλιογραφίας». Επίσης, το 1961 ο πλοιοκτήτης Ιωάννης Πανταζή Λιβανός θα δωρίσει «το πρότυπόν του εις Ιαπωνίαν ναυπηγηθέντος bulk carrier των 20 χιλ. τόν. “Captain John L.”», ενώ ο ίδιος θα προσφέρει και σειρά γραφομηχανών για τις ανάγκες των Σχολών.
 
Σημαντική ήταν και η δωρεά του Κ. Ιω. Χατζηπατέρα, ο οποίος το 1962 θα προβεί σε χορηγία ύψους 5.000 δολαρίων για την κάλυψη των αναγκών των σχολών Ασπροπύργου, ενώ προσφορές σε χρήματα αλλά και σε είδος χορήγησαν τόσο η Εθνική Ελληνική Γραμμή και η Ατμοπλοϊκή Εταιρεία «Άνδρος» όσο και ο Ελληνικός Νηογνώμονας. Από την πλευρά του και ο Αριστοτέλης Ωνάσης στήριξε τους σπουδαστές των σχολών Ασπροπύργου. Συγκεκριμένα, για το εκπαιδευτικό έτος 1965 το «εν Πειραιεί γραφείον του κ. Αριστ. Ωνάση θα παρέχη μηνιαίον επίδομα εκ 1.000 δρχ. εις 20 τελειοφοίτους της σχολής μηχανικών, 7 τελειοφοίτους της σχολής πλοιάρχων και 6 τελειοφοίτους της σχολής ραδιοτηλεγραφητών των δημοσίων ναυτικών σχολών του Ασπροπύργου».
 
Άλλο παράδειγμα ενίσχυσης του έργου των Σχολών Πλοιάρχων και Μηχανικών του Ασπροπύργου συνιστούν οι μεγάλες δωρεές του Κώστα Μιχ. Λεμού. Συγκεκριμένα, ο Κώστας Λεμός είχε προσφέρει «δύο γυροσκοπικάς πυξίδας [Brown και Sperry], ένα τελειοτάτου τύπου ραντάρ [Decca]» και «μίαν τροφοδοτικήν στροβιλαντλίαν υψηλής πιέσεως τελευταίου τύπου Κόφφιν [Coffin]. Η αξία της ανέρχεται εις ένδεκα χιλιάδας δολλαρίων». Η αντλία θα μεταφερόταν δωρεάν από την Αμερικήν στον Πειραιά με πλοίο του Περικλή Καλλιμανόπουλου. Ο Κώστας Λεμός, ο «μέγας ευεργέτης της ναυτικής εκπαιδεύσεως», θα συνεχίσει τις δωρεές του και τα επόμενα χρόνια προσφέροντας «εις τας σχολάς Ασπροπύργου μίαν συσκευήν μετατροπής του θαλασσίου ύδατος εις απεσταγμένον. Είναι τελευταίου τελειοτάτου συστήματος. Χρήσις αυτής γίνεται εις τα ατομικά υποβρύχια, ειδικώς δε η λειτουργία της συνετέλεσε τα μέγιστα εις τον διάπλουν υπό τους πάγους του Βορείου Πόλου. Η συσκευή αρκετά δαπανηρή είναι τύπου Μαξίμ, κατασκευασμένη από ειδικόν μέταλλον Μουέλ. Παρεδόθη προ τινών ημερών από το εργοστάσιον εις τον κ. Κώσταν Λαιμόν και θα φορτωθή δωρεάν επί πλοίου της Ελληνικής εις παραλαβήν του Υπουργείου Ναυτιλίας. Ταυτοχρόνως ο κ. Λαιμός αποστέλλει εις τας σχολάς και ωρισμένα τμήματα και εξαρτήματα στροβίλων της “Τζένεραλ Ελέκτρικ”, ειδικώς κατεσκευασμένα δι’ εκπαιδευτικούς σκοπούς». Υπήρξε τόσο σημαντική η στήριξη του Λεμού προς τις σχολές Ασπροπύργου, που στις 12 Αυγούστου του 1959 πραγματοποιήθηκε στον Ασπρόπυργο προς τιμήν του ειδική τελετή και η αίθουσα που περιλάμβανε τα ηλεκτρονικά όργανα ναυσιπλοΐας, που ο ίδιος είχε δωρίσει, έλαβε το όνομα του πατέρα του: «Αίθουσα Μιχαήλ Κ. Λεμού». Ο Κώστας Λεμός όμως προχώρησε και στη χορήγηση «αριστείου επιδόσεως» «διά τους δύο κατ’ έτος αριστεύοντας μαθητάς της σχολής Μηχανικών Ασπροπύργου. Το αριστείον αυτό έγκειται εις την δαπάναις του αθλοθέτου μετεκπαίδευσιν επί έτος εις την ξένην των δύο καλυτέρας επιδόσεως αποφοίτων της σχολής, όπως αποκτήσουν την ειδίκευσιν εις τους στροβίλους ο εις και τας μηχανάς εσωτερικής καύσεως ο έτερος». Σε ό,τι αφορά τα διδακτικά βιβλία οι ανάγκες άρχισαν να καλύπτονται «χάρις εις το Ίδρυμα του αειμνήστου Ευγ. Ευγενίδη και την διοικούσαν αυτό αδελφήν του κ Μαριάνθην Σίμου».
 
Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει και το γεγονός πως για τη λειτουργία των σχολών Ασπροπύργου (καθώς και των δημοσίων σχολών σε Ύδρα και Κύμη) σημαντική ενίσχυση προήλθε και από μια άλλη πηγή: την κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Στο πλαίσιο του προγράμματος που είχε εκπονήσει η Βόννη για παροχή τεχνικής βοήθειας προς ξένα κράτη, αποφασίστηκε η αποστολή διδακτικών οργάνων και μηχανημάτων αξίας ύψους £50.000 προς το ελληνικό υπουργείο Συντονισμού (σήμερα, υπουργείο Εθνικής Οικονομίας). Συγκεκριμένα, η Βόννη θα απέστελνε «συστήματα προωστηρίων μηχανών, όλα τα ηλεκτρονικά όργανα ναυσιπλοΐας, παντός είδους πρότυπα σκαφών και τομαί αυτών, εργαλεία μηχανοστασίου και πάμπολλα διδακτικά όργανα». Όλος ο εξοπλισμός θα κατασκευαζόταν σε γερμανικά εργοστάσια και θα τα εγκαθιστούσαν Γερμανοί τεχνίτες.
 
Οι σχολές Ασπροπύργου ήταν πλέον πραγματικότητα και πρόσφεραν ένα άρτια καταρτισμένο έμψυχο δυναμικό προς κάλυψη των αναγκών του ταχύτατα μεγεθυνόμενου ελληνόκτητου στόλου σε εποχές τεχνολογικής προόδου. Η καλή φήμη των σχολών Ασπροπύργου είχε, μάλιστα, ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και οι σχολές θεωρούνταν μία από τις καλύτερες στο είδος τους. Έτσι, το φθινόπωρο του 1959 έφτασαν από το Σουδάν για να φοιτήσουν στον Ασπρόπυργο έξι νέοι, οι τρεις στη Σχολή Πλοιάρχων και οι τρεις στη Σχολή Μηχανικών.
 
Το συγκρότημα των σχολών Ασπροπύργου, με την βοήθεια τόσο του Κεφαλαίου Ναυτικής Εκπαιδεύσεως όσο και των χρηματικών ποσών από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, αλλά και με την ενίσχυση των μελών της Ενώσεως Ελλήνων Εφοπλιστών και της Ελληνικής Επιτροπής Ναυτιλιακής Συνεργασίας, θα βρεθεί στην πρωτοπορία και της μετεκπαίδευσης των Ελλήνων ναυτικών. Συγκεκριμένα, καθώς υπήρχαν πολλοί διπλωματούχοι ατμομηχανικοί, αλλά σπάνιζαν οι «δηζελομηχανικοί», όπως σημείωναν τα Ναυτικά Χρονικά, αποφασίστηκε η έναρξη του θεσμού μετεκπαίδευσης. Τον Μάρτιο του 1959 «ήνοιξε […] εις τον Ασπρόπυργο η πρώτη σειρά και εφοίτησαν 40 ατμομηχανικοί, μετεκπαιδευθέντες εις τας μηχανάς εσωτερικής καύσεως». Εν συνεχεία, το 1960 στον Ασπρόπυργο θα ιδρυθεί και Σχολή Ασυρματιστών ΕΝ, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1960 θα ξεκινήσει η λειτουργία και του Σχολείου Σωστικών και Πυροσβεστικών.
 
Η δεκαετία του 1970 θα βρει πια το ναυτικό συγκρότημα του Ασπροπύργου καθ’ όλα ολοκληρωμένο. Χρειάστηκαν λιγότερα από δεκαπέντε χρόνια από τη στιγμή που τέθηκε ο θεμέλιος λίθος για την ανέγερση των σχολών για να αποκτήσει η χώρα ένα άρτιο ναυπηγείο ψυχών, που προετοίμαζε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους Έλληνες πλοιάρχους και μηχανικούς, αλλά και ασυρματιστές, που καλούνταν να υπηρετούσαν τον ελληνόκτητο στόλο σε όλα τα πλάτη και μήκη της Γης.
 
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Συμβολή της Ναυτιλιακής Εκπαίδευσης- Εβδομήντα Χρόνια από την Ιδέα Σύστασης Κεφαλαίου Ναυτικής Εκπαίδευσης», Gratia Εκδοτική, Αθήνα 2017, σελ. 89)